Εκτύπωση
Κατηγορία: Άρθρα - Κριτικές που έφτασαν σ' εμάς
Εμφανίσεις: 5090

Έπρεπε να περάσει σχεδόν μισός αιώνας από την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 για να κατανοήσουν οι Έλληνες την αξία της πολιτισμικής κληρονομιάς που τους είχε αφήσει η Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ωστόσο, καταλυτικός παράγοντας σ’ αυτήν την πλεύση ήταν η μακροχρόνια υποδούλωση από τους Οθωμανούς και η γενική κατάπτωση θεσμών όπως η εκπαίδευση, η κρατική οργάνωση και η επιστημονική έρευνα. Για ποιους όμως λόγους οι Έλληνες Ιστοριογράφοι απαξίωσαν αρχικά τον Βυζαντινό πολιτισμό, στις αρχές του 19ου αιώνα; Ίσως το βασικότερο ελάττωμα της Βυζαντινής ιδεολογίας ήταν η έλλειψη θρησκευτικού φιλελευθερισμού, γραμμή που επίτασσε ότι οποιοσδήποτε ήθελε να έχει θέση στη «νέα τάξη πραγμάτων» έπρεπε πρώτα να ασπασθεί τον Χριστιανισμό. Άλλες επίσης αρνητικές πτυχές που κουβα-λούσε το Βυζάντιο στις πλάτες του και απέρριπτε ο Διαφωτισμός ήταν ο κρατικός συγκεντρωτισμός, η απαίτηση του αυτοκράτορα για απόλυτη εξουσία, η τάση για επίδειξη και ο σνομπισμός. Ιδιαίτερα από τον 7ο αιώνα, που η αυτοκρατορία εγκατέλειψε ό,τι την συνέδεε με την κληρονομιά της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας.


Φθάνοντας όμως στις μέρες του Διαφωτισμού, ο απλός Έλληνας θα βρεθεί εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δυο διαφορετικές ιδεολογίες. Απ’ τη μια ο «περιούσιος λαός» της Ορθοδοξίας που επικαλείται τον μαρμαρω-μένο Βασιλιά κι απ’ την άλλη η πλούσια αρχαία κληρονομιά και οι κατακτήσεις του Αλεξάνδρου. Το Οικουμε-νικό Πατριαρχείο, ως φορέας της Βυζαντινής κληρονομιάς και μεγαλοπρέπειας, δε βοηθούσε καθόλου στην εξομάλυνση της κατάστασης μιας και οι συμβιβασμοί του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως με το Σουλτάνο προσέδιδαν μια αναξιοπιστία στο θεσμό του. Διακήρυττε επίσης πως η Οθωμανική Αυτοκρατορία πάντοτε προστάτευε τους χριστιανούς ραγιάδες της και μάλιστα αυτό θα έκανε και πάλι απέναντι στις παρεμβάσεις των «αντίχριστων» Δυτικών. Εξοργισμένος από αυτή τη στάση του Πατριαρχείου ο Κοραής κατέκρινε τη θε-ληματική υποταγή και το ραγιαδισμό.


Ο Μάρκος Ρενιέρης το 1842 διερωτόταν: «Τι είναι η Ελλάς, Ανατολή ή Δύσις;».Οι μακροχρόνιες διχόνοιες, η εξάντληση από τον αγώνα του 1821 και οι αρρώστιες, προκάλεσαν πολλά προβλήματα στα πρώτα χρόνια της Βασιλείας του Όθωνα, όπως μαζική μετανάστευση και συνεπώς πληθυσμιακό ζήτημα και έλλειψη εργατι-κού δυναμικού. Ταυτόχρονα γεννήθηκαν και ιδεολογικά προβλήματα, όπως η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες κι Ελλαδίτες αλλά και η εμφάνιση της θεωρίας του αυτοχθονισμού.


Λόγιοι πρωταγωνιστές της επανάστασης, επηρεασμένοι από τις διδαχές του Διαφωτισμού και του Κλασι-κισμού, θα μετουσιώσουν τη φιλελεύθερη ιδεολογία τους σε έναν «δημοκρατικό εθνικισμό». Το νέο κράτος, χτισμένο σε σύγχρονους διοικητικούς και δικαστικούς θεσμούς, απαιτούσε την αποστασιοποίησή του από το μη προοδευτικό παρελθόν του, είτε Οθωμανικό, είτε Βυζαντινό. Η πολιτική αυτή ενισχύθηκε με την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών και τη μετατροπή της Εκκλησίας σε διοικητικό όργανο του κράτους, διακόπτοντας κάθε δεσμό με το Οικουμενικό Πατριαρχείο που παρέμενε υποτελές στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα όμως, μέσα στα πλαίσια του μοναρχικού πολιτεύματος, γρήγορα θα φύγουν από το προσκήνιο οι πραγματικοί υπερασπιστές του φιλελευθερισμού, όπως ο Κωνσταντάς, ο Κοραής, ο Καϊρης, ο Λέσβιος κι ο Ψαλίδας. Στη θέση τους θα αναδειχτεί ένα σύνολο αυταρχικών και συντηρητικών προσωπικοτήτων.


Ο αυτοχθονισμός θα αμφισβητήσει Ρωμαίους και Βυζαντινούς, με μια Ελλάς που φέρεται ως η μοναδική κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας. Κι αυτά συμβαίνουν από το 1839 ως το 1841, εποχή που τα αλυτρωτικά σχέδια για απελευθέρωση της Πόλης, της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και των νήσων, βρίσκο-νται στο ζενίθ. Το 1844 ο Κωλέττης θα διατυπώσει τον ορισμό της Μεγάλης Ιδέας, βάσει της οποίας θα φωτι-ζόταν η στάσιμη Ανατολή και όλοι οι Έλληνες θα συγκεντρώνονταν κάτω από ένα ισχυρό και ενιαίο κράτος. Οι απόψεις των Ελλήνων διανοούμενων θα συμπορευτούν με την «πολιτισμένη» Δύση και τη γνώμη της για τη βαρβαρότητα και την τυραννία που επικρατούσε στην Ανατολή. Το Βυζάντιο θα θεωρηθεί περίοδος σκοταδισμού, θεοκρατίας και δεσποτισμού, άποψη που θα αποδεχτούν πλήρως και οι Έλληνες ιστοριογράφοι από τους ευρωπαίους συνάδελφούς τους. Πρωταγωνιστές οι Ακαδημαϊκοί, όπως ο Ν. Σαρίπολος ο οποίος τόνιζε το1848 ότι η αρχαία με τη νέα Ελλάδα ενώνονται με γέφυρα, ο Στρούμπος που το 1858 μνημόνευε την επιστημονική οπισθοδρόμηση που επέφερε το Βυζάντιο και ο καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου Μ. Ποτλής που το 1859 διαλαλούσε πως: «εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ο νους παρέμενε στείρος και άγονος, η μάθηση ατελής κι επιπόλαια, ενώ υπήρχε έλλειψη κρίσης, μεθοδικότητας και καλλιτεχνίας σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους που οι Βυζαντινοί επιδόθηκαν». Τα βιβλία που αφιερώνονται στον αρχαίο κόσμο πληθαίνουν, ενώ οι κίνδυνοι που εγκυμονούν για τη διάσπαση της ενιαίας Εθνικής Ιστορίας αφήνει απαθείς τους διανοούμενους. Κίνδυνος που θα εκδηλωθεί με την επανεμφάνιση των απόψεων που είχε διατυπώσει το 1830 ο Βαυαρός Jacob Fallmerayer περί της καταγωγής των νέων Ελλήνων από Αλβανικά και Σλαβικά φύλλα, που είχαν διεισδύσει στο Βυζάντιο μετά τον 7ο αιώνα.


Χρησιμοποιώντας έντεχνα το λόγο του Κωλλέτη, για το πού οδήγησε η έλλειψη ενότητας τον αρχαίο ελλη-νικό κόσμο, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος θα κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου λέγοντας πως απαιτείται η θεμε-λίωση αυτής της ενότητας μέσω της ιστορικής συνέχειας. Οι Έλληνες λόγιοι θα επαναδιαπραγματευτούν το θέμα θέλοντας για πρώτη ίσως φορά να φωτίσουν τον «Ελληνικό Μεσαίωνα», όπως αποκαλούνταν το Βυζά-ντιο. Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος θα εντοπίσει τη συνέχεια του Ελληνικού έθνους μέσω των δημοτικών τραγου-διών και της λαϊκής ποίησης, λόγω της συγγένειάς τους με την αρχαία λογοτεχνική παράδοση. Άρα θεωρήθη-κε σημαντική η συμβολή του «εξελληνισμένου» Βυζαντίου στη διατήρηση και καλλιέργεια αυτής της παράδο-σης. Ακολούθως και η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», το μεγάλο αυτό έργο του Κ. Παπαρηγόπουλου θα δώσει έμφαση στην κοινή γλώσσα, την καταγωγή και τη θρησκεία.


Με την αποκατάσταση του Βυζαντίου στην Ελληνική ιστοριογραφία δίνεται από τον Παπαρρηγόπουλο και μια άλλη διάσταση για το ρόλο των Ελλήνων στην ιστορία. Στην αρχαιότητα είχαν ως απώτερο σκοπό την μεταλαμπάδευση των φώτων του πολιτισμού στον έξω κόσμο, στη Βυζαντινή περίοδο έθεσαν τα θεμέλια της χριστιανικής ηθικής και στα νεώτερα χρόνια εξευγένισαν τη βάρβαρη Ανατολή μέσω του ευρωπαϊκού πολιτι-σμού.


Αυτή είναι η εποχή που ουσιαστικά κατέρρευσαν κι οι ιδέες του Διαφωτισμού, οι οποίες ήθελαν ρήγμα στην εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού. Η Εκκλησία θα επανακτήσει το κύρος της και θα ενσωματώσει την κλασική φιλοσοφία σε ένα πλαίσιο ηθικής χριστιανικής σκέψης. Η φιλελεύθερη ιδεολογία του Γαλλικού κυρί-ως Διαφωτισμού θα καλυφθεί από τη μισαλλοδοξία του αλυτρωτικού εθνικισμού, μιας και το πρόβλημα της «επαναφοράς» του Βυζαντίου δεν έλυνε και το πρόβλημα του ενιαίου χώρου του Ελληνικού Έθνους που παρέμενε άλυτο. Η επιθετική αυτή πολιτική έμενε σαφώς μακριά από τις αρχές του ορθολογισμού, της οικουμενικότητας και του φιλελεύθερου ατομικισμού, εφόσον αυτά θυσιάζονταν για χάρη του Εθνικού μεγαλείου.



Αλέξανδρος Θ. Ακριτίδης



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ


Ahrweiler-Γλύκατζη Ε., Ιστορία του Ελληνικού έθνους, Τόμος Ζ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000
Beck H.G., Η Βυζαντινή χιλιετία,Εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992
Clifton R. Fox, «Τι είναι, αν είναι κάτι, ένας Βυζαντινός;», www.romanity.org
Δημαράς Κ., Ιστορία του ελληνικού έθνους Τόμος ΙΑ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1980
Δημαράς Κ., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Τόμος ΙΓ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1980
Γάσπαρης-Νικολούδης κ.ά., Ελληνική Ιστορία, Τόμος Β΄, Βυζάντιο κι Ελληνισμός, ΕΑΠ, Πάτρα 1999
Γιαννόπουλος, Κατσιαμπούρα κ.ά., Εισαγωγή στον Ελληνικό πολιτισμό, Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Τόμος Β΄, ΕΑΠ, Πάτρα 2000
Ηλιάδη Α., «Βυζαντινή Διπλωματία και Πολιτική Ιδεολογία», www.e-telescope.gr
Κιτρομηλίδης Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996
Μαργαρίτης, Μαρκέτος κ.ά, Ελληνική Ιστορία, Τόμος Γ΄, Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, ΕΑΠ, Πάτρα 1999